Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2023

Μεγάλες γυναικείες μορφές του Ελληνισμού.


Κατά την διάρκεια της Ελληνικής επαναστάσεως του 1821 άνθησε το ερωτικό ειδύλλιο μεταξύ της Μαντούς Μαυρογένους και του Δημήτρη Υψηλάντη. Οι δύο νέοι αγαπήθηκαν παράφορα, και με μεγάλο πάθος, μέσα στια όπλα, τις μάχες και τον πόλεμο. Ο έρωτάς τους όμως, μετά από πολλές δραματικές φάσεις, είχε τραγική κατάληξη.

Η Μαντώ καταγόταν από το γένος των Μαυρογένηδων μιας από τις πιο σημαντι­κές οικογένειες του σκλαβωμένου γένους. Αντλούσε την καταγωγή της από την "Βυζαντινή" αυτοκρατορία. Ο πατέρας της, Νικόλαος Μαυρογένης είχε χρηματίσει σπαθάριος στην Αυλή της Μολδαβίας. Αργότερα εγκαταστάθηκε στην Τεργέστη όπου ασχολή­θηκε με το εμπόριο. Εκεί έκανε μεγάλη περιουσία και ως πατριώτης ενίσχυσε οικο­νομικά τον Λάμπρο Κατσώνη, όταν αυτός αναζητούσε χρήματα για να ξεκινήσει τις πολεμικές του δραστηριότητες εναντίον των Τούρκων.

Η πρώτη γνωριμία της Μαντούς με τον πρίγκιπα Δημήτριο Υψηλαντη, ενδεχομέ­νως να πραγματοποιήθηκε στην Τεργέστη, στο σπίτι του πατέρα της, όταν ο πρίγκιπας ετοιμαζόταν να έλθει στην Ελλάδα ως πληρεξούσιος του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής της Φιλικής Εταιρείας.  Όμως αυτό δεν μπορεί να διασταυρωθεί από καμία ιστορική πηγή. Όταν ο Νικόλαος Κασομούλης και ο υπασπι­στής του Δημητρίου Υψηλαντη, ο Γρηγόριος Σάλας, μετέβησαν στα νησιά του Αιγαίου αναζητώντας οικονομικούς πόρους για την ενίσχυση του Αγώνα στην βόρεια Ελλάδα, τους φιλοξένησε στην Μύκονο η οικογένεια της Μαντούς, που είχε επιστρέφει από την Τεργέστη στην ιδιαίτερη πατρίδα της, ώστε να προσφέρει στην Επανάσταση.

Η οικογένεια Μαυρογένη παρέδωσε στους απεσταλμένους του πρίγκιπα 3.000 γρόσια. Από την ημέρα εκείνη η νεαρή γόνος των Μαυρογένηδων, ωθούμενη από πατριωτισμό και ενθουσιασμό, δεν σταμάτησε να προσφέρει οικονομικά στον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. Ξόδεψε όλη της την περιουσία για τον ε­ξοπλισμό πλοίων και την συγκρότηση ένοπλου σώματος συμπατριωτών της, που συμ­μετείχε σε πολλές μάχες της Επανάστασης.

Η Μαντώ είχε ανατραφεί μέσα στον πλούτο και τις ανέσεις και ενώ μπορούσε να λάμψει με την ομορφιά και την παιδεία της, στα σαλόνια της Αυστρίας και της Γαλλίας, εκείνη λαχταρά, ό­πως ανέφερε στην περίφημη έκκλησή της προς τις Γαλλίδες γυναίκες υπέρ του Ελλη­νικού Αγώνα,, μια ημέρα μάχης όπως αυτές ποθούν μια νύχτα χορού. Κατά την διάρκεια της αιματοβαμένης Επαναστάσεως έλαβε τον βαθμό του αντιστρατήγου, ο Νικόλαος Δραγούμης, στο έργο του με τίτλο "Ιστορικές αναμνή­σεις", αναφέρει ενδεικτικά : " Η αντιστράτηγος Μαντώ Μαυρογένους, ήτις πωλήσασα τα εν Μυκόνω υπάρχοντα αυτής ώρμησεν εις το πεδίον του αγώνος". Ο Γάλλος περιηγη­τής και ιστορικός Φραγκίσκος Πουκεβίλ αναφέρει την συμμετοχή της στο ένο­πλο σώμα που συγκρότησε ο δεσπότης Καρύστου Νεόφυτος.

Η αριστοκράτισσα καλλονή και ερωμένη ενός από τους ηγέτες της Επανάστασης, μάλ­λον προκαλούσε πολιτικά και κοινωνικά τα συντηρητικά ήθη της εποχής. Σίγουρο είναι πως και μόνον η πα­ρουσία της όμορφης γόνου των Μαυρογένηδων μεταξύ των σκληροτράχηλων αγω­νιστών, αποτέλεσε σημαντική προσφορά στην εθνική υπόθεση, καθώς η πατριωτική της δράση, έφθανε στην ρομαντική Ευρώπη εκείνης της εποχής εξωραϊσμένη και με­τατρεπόταν σε ζωγραφικούς πί­νακες, λιθογραφίες, ποιήματα και τραγούδια. Στα μάτια των Ευ­ρωπαίων η Μαντώ πρόβαλλε ως η νέα Ζαν ντ’ Αρκ, με άμεση συ­νέπεια την ενδυνάμωση του φι­λελληνικού ρεύματος. Τον Οκτώβριο του 1821 μια αλγερινή φρεγάτα επιχείρησε να αποβιβάσει ένα ναυτικό άγημα στην Νήσο Μύκονο, με εντολή να ε­παναφέρει το επαναστάτημένο νησί υπό την κυριαρχία της Υψη­λής Πύλης και του σουλτάνου. Οι ντόπιοι επαναστά­τες επιτέθηκαν εναντίον των Αλγερινών και τους αποδεκάτισαν, με αρχηγό την Μαντώ Μαυρογένους.

Αμέσως μετά την απόκρουση των Αλγερινών, σύμφωνα με τον Πουκεβίλ, η Μα­ντώ συγκρότησε και εξόπλισε 16 λόχους από Κυκλαδίτες επαναστάτες και αποβιβά­σθηκε στην Εύβοια. Εκεί πολιόρκησε μαζί με ντόπιους οπλαρχηγούς την Κάρυστο, φέρνοντας σε δυσχερή θέση τον ικανότατο διοικητή της πόλης, Ομέρ μπέη. Κατόπιν πήγε στη Μαγνησία, όπου μαζί με τους οπλαρχηγούς Καρατάσο και Διαμαντή κα­τέλαβε τις στενωπούς του Πηλίου, επιχειρώντας να εμποδίσει την κάθοδο του πασά Ισμαήλ Πότα. Σύμφωνα πάλι με τον Γάλλο περιηγητή, η Μαντώ με τους άνδρες της διέλυσε την τουρκική εμπροσθοφυλακή που επιχείρησε να διασχίσει τα στενά.

Ο έρωτας των δύο ηρώων. Τον Ιούλιο του 1822 ο Μαχμούτ πασάς, ο επονομαζόμενος Δράμαλης, εισέβαλε στην Πελοπόννησο, επικεφαλής 30.000 εμπειροπόλεμων ανδρών, με αποστολή να καταστείλει την Επανάσταση. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο οποίος κλήθηκε να α­ντιμετωπίσει την τουρκική απειλή. Ο ένδοξος στρατηγός συνέλαβε ένα ευφυές σχέδιο συνεχούς παρενό­χλησης και φθοράς του αντιπάλου, και σε συνδυασμό με την καταστροφή όλων των πηγών διατροφής και ύδρευσης στην Αργολική πεδιάδα, θα προκάλεσε την υ­ποχώρησή του Δράμαλη στην Κόρινθο. Μια από τις βασικές πτυχέ του σχεδίου, ήταν να προκαλέσει καθυστέρηση στην προσπάθεια των Τούρκων να καταλάβουν το φρού­ριο του Αργους, ώστε να προλάβει ο ίδιος να προετοιμασθεί για την αντιμετώπισή τους. Ηγετική μορφή της άμυνας του Άργους ήταν ο Δημήτριος Υψηλάντης. Η λαϊκή παράδοση και η ρομαντική φαντασία των ξένων ιστοριογράφων της εποχής θέλουν και την Μαντώ μεταξύ των υπερασπιστών του φρουρίου, όπου και τοποθε­τούν την αρχή του πολύκροτου ειδυλλίου της με τον Υψηλάντη. Πάντως, σε καμία πηγή δεν αναφέρεται ότι η Μαντώ βρισκόταν μέσα στο κάστρο, χωρίς βέβαια να θε­ωρείται και απίθανο η διψασμένη για δράση επαναστάτισσα να έσπευσε να λάβει μέ­ρος στη δύσκολη προσπάθεια της απόκρουσης του Δράμαλη. Μετά από δωδεκαήμερη αντίσταση οι πολιορκημένοι κατάφεραν να διαφύγουν από το φρούριο, έχοντας φθείρει και καθυ

στερήσει σημαντικά τις τουρκικές δυνά­μεις. Η Μαντώ, ακολουθώντας την συμβουλή του Υψηλάντη, επέστρεψε στην Μύκο­νο. Από εκεί συνέταξε τις περίφημες επιστολές της, προς τις γυναίκες της Αγγλίας και της Γαλλίας, επιδιώκοντας να προκαλέσει τη συμπάθειά τους για το αγωνιζόμενο έ­θνος. Την εποχή εκείνη πολλοί φιλέλληνες την επισκέφθηκαν στην Μύκονο. Μεταξύ αυτών ήταν οι Μάξιμος Ραιμπώ και Πουκεβίλ. Ολοι υπέκυψαν στην γοητεία της Ελληνίδας, εκδή­λωσαν τον ενθουσιασμό τους και έγραψαν πραγματικούς διθυράμβους για την φυσι­κή της ομορφιά, την πνευματική καλλιέργεια, αλλά, κυρίως, για την πατριωτική της θέρμη.

Μετά την συντριβή του Δράμαλη στα Δερβενάκια και την απελευθέρωση του Ναυπλίου, η Μαντώ μετέβη στην Τήνο. Εκεί συγκέντρωσε μεγάλα χρηματικά ποσά για τον Αγώνα και στην συνέχεια πήγε στο Ναύπλιο και εγκαταστάθηκε σε ένα φτωχι­κό οίκημα απέναντι από το σπίτι που είχε παραχωρηθεί στον Υψηλάντη. Η καλύτερη περίοδος για τον έρωτα των δύο νέων μόλις είχε ξεκινήσει. Την άνοιξη του 1825 προέβαλε ένας νέος σοβαρός κίνδυνος για την Ελληνική Επανάσταση. Ο Ιμπραήμ πασάς, θετός γιος του πασά της Αιγύπτου, Μωχάμετ Αλη, αποβιβάσθη­κε στην Πελοπόννησο, επικεφα­λής οργανωμένου Αγαρηνού στρατέυματος, κατά τα Ευρωπαϊκά πρότυπα. Ο Υψη­λάντης έσπευσε να οχυρωθεί στους Μύλους της Λέρνας. απο­φασισμένος να αναχαιτίσει την πορεία των Αιγυπτίων προς το Ναύπλιο. Μαζί του ήλθε και η Μα­ντώ, διότι δεν ήθελε να αφήσει μόνο του τον αγαπημένο της, αλ­λά και για να μη φανεί κατώτερή του σε αγωνιστικότη­τα-πατριωτισμό.

Εκεί έγινε και η συνά­ντησή με τον Γάλλο ναύαρ­χο Δεριγνύ, ο οποίος συμβούλευσε τον Υψηλάντη να αποσυρθεί από εκείνη την ευά­λωτη θέση, καθώς θεωρούσε την Αιγυπτιακή νίκη προδιαγεγραμ­μένη. Αλλά ο Υψηλάντης δεν τον άκουσε και κατάφερε, μαζί με τον Μακρυγιάννη και τον Κων­σταντίνο Μαυρομιχάλη, να επιτύ­χει μια ανέλπιστη νίκη, η οποία όχι μόνο έκρινε την τύχη του Ναυπλίου, αλλά κλόνισε και την πεποίθηση για το αήττητο των Αι­γυπτίων. Ο δεσμός των δύο νέων συνεχιζόταν ισχυρός, παρά τις δύσκολες στιγμές που διερχόταν η Επανάσταση, με την  πτώση του Μεσο­λογγίου, και την Ηρωική έξοδο. Στον Δημήτρη Υψηλά­ντη υποβήθηκε στέρηση των πολιτικών και στρατιωτικών τους αξιωμάτων, λό­γω της άρνησής του να υπογράψει το ψήφισμα της Υποτέλειας. Εκείνη την εποχή, ανάμεσα στο ζεύγος μπήκε ο Ιωάννης Κωλέττης.

Ο έρωτας τους συναντά τις αντιρρήσεις των πολιτικών αρχηγών του αγώνα, και κυρίως του Ιωάννη Κωλέττη. Ο Κωλέττης  φοβάται μήπως οι δυο νέοι θελήσουν να γίνουν οι πρώτοι βασιλείς του νέου έθνους. Για να διαλύσει τη σχέση τους, χρησιμοποιεί την όμορφη ζωγράφο Νίκη Καλογερά, που μόλις είχε έρθει από το Παρίσι. Ο Κωλέτττης την έβαλε, να προσπαθήσει, να κάνει ερωτική σχέση, με τον Υψηλάντη. Το πρόσχημα ήταν ένα πορτρέτο, του Υψηλάντη, το οποίο, θα έκανε ή ίδια η ζωγράφος Νίκη Καλογερά.    

Ο δαιμόνιος πολιτικός αποφάσισε, λοιπόν, να διαλύσει πάση θυσία αυ­τόν τον δεσμό. Στην απόφασή του τον βοήθησαν ιδιαίτερα δύο γεγονότα. Το ένα ή­ταν η διαρκής επιδείνωση της υγείας του Υψηλάντη ο οποίος υπέφερε από χρόνια πάθηση των πνευμόνων, και το άλλο η λαϊκή κατακραυγή που προκαλούσε το γεγο­νός ότι οι δύο νέοι δεν είχαν επισημοποιήσει την σχέση τους. Η Μαντώ, η οποία αντι­μετώπιζε εντονότερες επικρίσεις, ζήτησε από τον Υψηλάντη να την νυμφευθεί. Εκείνος προσπάθησε να της εξηγήσει πως οι στιγμές ήταν κρί­σιμες και δεν μπορούσε να την νυμφευθεί ,την στιγμή που η πατρίδα χανόταν. Επειδή, όμως αντιμετώπισε την οργή της, της έδωσε έγγραφη υπόσχεση για γάμο, όταν οι συν­θήκες θα το επέτρεπαν. Την ίδια περίοδο ο Κωλέττης προ­σέγγισε τους πιστούς σωματοφύλακες του Υψηλάντη και με ψεύτικη λύπη τούς ανέφερε ότι κινδύνευε η υγεία του αρχηγού τους, λόγω αυτού του δεσμού και ότι το όνομά του είχε εξευτελισθεί στον λαό του Ναυπλίου, ο οποίος τον έβλεπε να κυνηγά την φραγκοντυμένη Μυκονιάτισσα.

Τα επιχειρήματά του δεν άργησαν να τους πείσουν, και μια νύκτα κατά την οποία ο πρίγκιπας έλειπε σε περι­πολία στους Μύλους, μερικοί άνδρες του εισέβαλαν στο σπίτι της Μαντούς, την μετέφεραν στο λιμάνι και την επιβί­βασαν βίαια σε ένα πλοίο που απέπλεε για την Μύκονο, α­πειλώντας την, ότι θα την σκοτώσουν αν επέστρεφε στο Ναύπλιο. Όταν ο πρίγκιπας επέστρεψε στην πόλη και πληροφορήθηκε τι είχε συμβεί, εξοργίσθηκε. Εμαθε ποιοι ήταν οι έ­νοχοι, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να ανακαλύψει τον πρω­ταίτιο. Αμέσως έστειλε επιστολή στην ερωμένη του, με την οποία την καλούσε κοντά του και την παρακαλούσε να συγχωρήσει την απερισκεψία των ανδρών του. Πράγ­ματι, η Μαντώ επέστρεψε στο Ναύπλιο, αναγκάζοντας τον Κωλέττη να εφαρμόσει ένα δεύτερο σχέδιο. 

Μια ημέρα τής έστειλε τους δύο προσωπικούς γιατρούς του Υψηλάντη, τον Χορτάκη και τον Ολύμπιο, για να της παρουσιάσουν με τραγικό τρόπο την κατάσταση της υγείας του πρίγκιπα και να της δηλώσουν πως αν δεν τον αποχωριζόταν, εκείνος θα πέθαινε και η πατρίδα θα έχανε έναν από τους πιο άξιους υπερασπιστές της. Τα λόγια τους ήταν αρκετά για να θίξουν τη φιλοπατρία της Μαντούς. Συγκέντρωσε βιαστικά τα πράγματά της και, χωρίς να αποχαιρετήσει κανέναν, εγκατέλειψε το Ναύπλιο.

Το τέλος του ειδυλλίου

Ο Υψηλάντης, όταν πληροφορήθηκε τη φυγή της Μαντώς, της έστειλε επανει­λημμένα επιστολές καλώντας τη να επιστρέψει, όμως τα φλογερά εκείνα γράμματα έπεσαν στο κενό. Η Μαντώ πίστεψε πως η επίσκεψη των γιατρών είχε σκηνοθετηθεί από τον ίδιον. Θεώρησε ότι ο Υψηλάντης επιδίωκε να αθετήσει, με αυτόν τον τρόπο, την υπόσχεση περί γάμου που της είχε δώσει. Πολύ γρήγορα η αγάπη της μετατρά­πηκε σε οργή και μνησικακία. Χωρίς να υπολογίσει την προσωπική της αξιοπρέπεια, επέστρεψε στην Πελοπόννησο και κατέφθασε στην Τροιζήνα την περίοδο της έναρ­ξης των εργασιών της Γ’ Εθνοσυνέλευσης. Εκεί συνέταξε μια αναφορά, στην οποία επισύναψε τη γραπτή υπόσχεση γάμου του πρίγκιπα, ζητώντας επίμονα δικαίωση, περισσότερο, ίσως, για να εξευτελίσει τον πρώην αγαπημένο της. Το προεδρείο της Εθνοσυνέλευσης, για να μην προκληθεί σκάνδαλο, αρνήθηκε να ικανοποιήσει την α­παίτησή της, ακόμη και να την αναγνώσει.

Δέχθηκε, όμως, το αίτημά της να της παραχωρηθεί το σπίτι όπου διέμενε στο Ναύπλιο κατά την περίοδο της σχέσης της με τον Υψηλάντη και το οποίο της θύμιζε μερικές από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής της. Μετά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα, η Μαντώ Μαυρογένους έστειλε δύο νέες αναφορές (το 1828 και το 1830), ζητώντας και πάλι δικαίωση. Την πρώτη αναφορά της, ο Ιωάννης Καποδίστριας την υπέβαλε στην κρίση του υπουργού Δικαιοσύνης Ι.Γεννατά.

Ο Γεννατάς δήλωσε πως δεν προέκυπταν στοιχεία, για να διωχθεί ποινικά ο Υψηλάντης, και παρέπεμψε το θέμα στο υπουργείο Εκκλησιαστικών που ήταν αρμόδιο για ζητήματα αθέτησης υπόσχεσης γάμου. Εκεί, όμως, η αναφορά τέθηκε στο αρ­χείο. Ακολούθησαν τραγικά και παρακμιακά γεγονότα για την χώρα: η συνεχώς αυξανόμενη δυσαρέ­σκεια κατά της πολιτικής του Καποδίστρια, η ανταρσία της Μάνης και του Πόρου και, τέλος, η δολοφονία του κυβερνήτη, την οποία η Μαντώ δεν κατάφερε να απο­τρέψει (είχε προειδοποιήσει τον Καποδίστρια μόλις το προηγούμενο βράδυ ότι κιν­δύνευε η ζωή του). Τον Αύγουστο του 1832 ο Υψηλάντης πέθανε. Μετά την ανακήρυ­ξή του από τον Καποδίστρια σε στρατάρχη της ανατολικής Ελλάδας, έλειπε τον πε­ρισσότερο καιρό από το Ναύπλιο, με συνέπεια η στρατιωτική ζωή να επιδεινώνει την εύθραυστη υγεία του.

Τις τελευταίες ημέρες της ζωής του η Μαντώ, παρότι είχε πληροφορηθεί τα άσχημα νέα, δεν πέρασε το κατώφλι του σπιτιού του. Οταν, όμως, ο πρίγκιπας πέθανε, η Μαντώ ξεκίνησε αποφασισμένη να τον νεκροστολίσει και να τον μοιρολογήσει, χωρίς κανένας να τολμήσει να την εμποδίσει. Ακολούθησε μαυ- ροφορεμένη την κηδεία του, μια τραγική ανύπανδρη χήρα. Αμέσως μετά έφυγε για πάντα από το Ναύπλιο. Πέθανε τον Ιούλιο του 1848 στην Πάρο, πάμφτωχη και λη­σμονημένη από όλους, έχοντας θυσιάσει για την πατρίδα, την οποία τελικά αγαπού­σε περισσότερο από το καθετί, την περιουσία, τα νιάτα και τον ίδιο τον έρωτά της.

25η Μαρτίου Εθνική Επέτειος. Κάθε χρόνο στις 25 Μαρτίου τιμούμε και γιορτάζουμε την εθνική επέτειο και τον ξεσηκωμό των υπόδουλων Ελλήνων κατά του Τούρκου δυνάστη για ελευθερία και αυτοδιάθεση. Εκ των πραγμάτων είναι η πιο σημαντική ημερομηνία στην ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, ως αφετηρία της εθνικής παλιγγενεσίας.

Τι συνέβη άραγε, στις 25 Μαρτίου του 1821 και την έχουμε αναδείξει ως την ημέρα της εθνικής μας εορτής; Τίποτα απολύτως λένε οι ιστορικοί. Ή σχεδόν τίποτα,για να είμαστε ακριβείς, πέρα από κάποιες αψιμαχίες. Κανένα σπουδαίο πολεμικό γεγονός που να δικαιολογεί αυτή την επιλογή. Ούτε καν η ύψωση του λαβάρου της Μονής της Αγίας Λαύρας και η ορκωμοσία των παλληκαριών από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό. Το περιστατικό της Αγίας Λαύρας είναι ένας εθνικός μύθος. Τον οφείλουμε στον γάλλο περιηγητή και ιστορικό Φρανσουά Πουκεβίλ (1770-1838), ο οποίος συνέγραψε την τετράτομη Ιστορία της Αναγεννήσεως της Ελλάδος (1824). Η ιστορία διαδόθηκε από στόμα σε στόμα, αλλά και μέσω του πίνακα Ο Όρκος της Αγίας Λαύρας (1851) του σημαντικού έλληνα ζωγράφου Θεόδωρου Βρυζάκη (1814-1878). Άλλωστε και ο ίδιος ο Παλαιών Γερμανός δεν αναφέρει λέξη για το περιστατικό στα απομνημονεύματά του. Είναι ιστορικά εξακριβωμένο ότι εκείνη την ημέρα δεν βρισκόταν στη Μονή της Αγίας Λαύρας, αλλά στην Πάτρα, όπου όντως όρκισε τους επαναστάτες της περιοχής στην Πλατεία του Αγίου Γεωργίου.

Τί γιορτάζουμε 25 Μαρτιου (Διπλή Γιορτή) Η επέτειος να γιορτάζουμε τον εθνικό ξεσηκωμό στις 25 Μαρτίου καθιερώθηκε στις 15 Μαρτίου 1838 από τον βασιλιά Όθωνα, προκειμένου να συνδεθεί με το εκκλησιαστικό γεγονός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Ήταν και επιθυμία του Αλέξανδρου Υψηλάντη και της Φιλικής Εταιρείας να συνδεθεί η έναρξη της επανάστασης με μια μεγάλη εκκλησιαστική εορτή για να τονωθεί το φρόνημα των υπόδουλων Ελλήνων.

Στην πραγματικότητα, η Επανάσταση δεν ξεκίνησε στις 25 Μαρτίου 1821, αλλά λίγες μέρες νωρίτερα στην Πελοπόννησο, μία περιοχή με συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς και μικρή στρατιωτική παρουσία των Τούρκων. Ο στρατιωτικός και πολιτικός διοικητής της Πελοποννήσου (Μόρα Βαλεσί) Χουρσίτ Πασάς βρισκόταν στα Γιάννινα για να εξοντώσει τον Αλή Πασά, ο οποίος είχε αυτονομηθεί από την Υψηλή Πύλη. Πριν από την αναχώρησή του, ο Χουρσίτ είχε λάβει διαβεβαιώσεις από τους προεστούς του Μοριά ότι οι φήμες που κυκλοφορούσαν για τον επικείμενο ξεσηκωμό των ραγιάδων ήταν ανυπόστατες. Αχαιοί και Μανιάτες ερίζουν για το ποιος έριξε την πρώτη τουφεκιά του εθνικού ξεσηκωμού. Στις 21 Μαρτίου αρχίζει η πολιορκία των Καλαβρύτων από τον Σωτήρη Χαραλάμπη και τους Πετμεζαίους. Είναι η πρώτη πολεμική ενέργεια της Επανάστασης και θα λήξει νικηφόρα μετά από πέντε ημέρες.

Στις 23 Μαρτίου οι Μανιάτες υπό την αρχηγία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τη συνεπικουρία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη καταλαμβάνουν την Καλαμάτα και με διακήρυξή τους κάνουν γνωστό στη διεθνή κοινότητα τον ξεσηκωμό των Ελλήνων. Την ίδια ημέρα, οι άνδρες του Αντρέα Λόντου θέτουν υπό τον έλεγχό τους τη Βοστίτσα (σημερινό Αίγιο), ενώ επαναστατικός αναβρασμός επικρατεί στην Πάτρα. Από την Κωνσταντινούπολη με προορισμό το Άγιο Όρος αναχωρεί ο σερραίος έμπορος και φλογερός πατριώτης Εμμανουήλ Παππάς, προκειμένου να ξεκινήσει την Επανάσταση στη Μακεδονία. Η 23η Μαρτίου είναι ο πρώτος σημαντικός σταθμός του εθνικού αγώνα και θα μπορούσε κάλλιστα να είχε πάρει τη θέση της 25ης Μαρτίου στο εορταστικό καλεντάρι της χώρας μας. Ήρωες του 1821: Μαντώ Μαυρογένους Εξέχουσα μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, μία από τις ελάχιστες γυναίκες που διακρίθηκαν στον Αγώνα. Οι πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση της αντλούνται κυρίως από ξένους συγγραφείς, τους οποίους φαίνεται ότι είχε σαγηνεύσει με την προσωπικότητα και την ομορφιά της και όχι από τους συγχρόνούς της Έλληνες ιστορικούς και απομνηματογράφους, που αποσιώπησαν ή υποτίμησαν την προσφορά της στον Αγώνα.

Η Μαντώ (Μαγδαληνή το βαπτιστικό της όνομα) Μαυρογένους γεννήθηκε το 1796 ή το 1797 στην Τεργέστη, όπου ο πατέρας της Νικόλαος Μαυρογένης, γόνος της ονομαστής φαναριώτικης οικογένειας των Μαυρογένηδων με καταγωγή από τις Κυκλάδες, ασχολείτο με το εμπόριο. Η μητέρα της Ζαχαράτη Χατζή Μπατή, γεννημένη στη Μύκονο, αλλά με καταγωγή από τη Σπάρτη, ήταν πολύγλωσση και κρατούσε τα κατάστιχα των εμπορικών δραστηριοτήτων του άνδρα της. Σύμφωνα με τον Γάλλο φιλέλληνα στρατιωτικό και συγγραφέα Μαξίμ Ρεμπό , η Μαντώ γνώριζε γαλλικά και ιταλικά. Ήταν προικισμένη μ’ ένα γλυκύτατο χαρακτήρα, αλλά «όταν μιλάει για την ελευθερία της πατρίδας της, φλογίζεται, η συζήτηση ζωντανεύει και τα λόγια της κυλάνε με μια φυσική ευγλωττία που σου κρατούν την ανάσα». Με την έναρξη της Επανάστασης, η Μαντώ Μαυρογένους από την Τήνο, όπου διέμενε μετά τον θάνατο του πατέρα της, έσπευσε στη Μύκονο και πρωτοστάτησε στην εξέγερση των κατοίκων του νησιού. 

 Μarkesina (Ιστορικός και μέλος της tantric yoga team).   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου